
Αρχική δημοσίευση: 2014 | Επικαιροποίηση: 25 Αυγούστου 2026
Η χρήση φωτιάς για την κατάσβεση υπαίθριων πυρκαγιών είναι παγκοσμίως αποδεκτή. Στην Ελλάδα η μέθοδος αυτή χαρακτηριζόταν για πολλά χρόνια γενικά ως αντιπύρ, άσχετα από το πώς εφαρμοζόταν, γεγονός που προκαλούσε πολλές δημόσιες συζητήσεις και προβληματισμούς, ειδικά όταν πλησιάζαμε ή διανύαμε την αντιπυρική περίοδο.
Από το 1998, οπότε και το Πυροσβεστικό Σώμα ανέλαβε την ευθύνη της δασοπυρόσβεσης, είχαν γίνει αρκετές συζητήσεις για τη χρήση της φωτιάς ως μέθοδο κατάσβεσης, χωρίς για μεγάλο χρονικό διάστημα να υπάρχει σαφές και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο εφαρμογής.
Έτσι, στο εγχειρίδιο αντιμετώπισης δασικών πυρκαγιών με τίτλο «Η καταστολή των δασικών πυρκαγιών» του Διον. Βορίση, έκδοση Α.Π.Σ. 2004, περιγράφεται το αντιπύρ ως «ακραία ενέργεια για την κατάσβεση μιας δασικής πυρκαγιάς που θα πρέπει να εφαρμόζεται με μεγάλη φειδώ και μόνο όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κατασβεσθεί».
Η παραπάνω περιγραφή της μεθόδου συμπίπτει και με τα αναγραφόμενα στη διεθνή βιβλιογραφία. Σε άρθρο της νομικού Αξιωματικού Π.Σ. Ελ. Ράπτη στο περιοδικό Πυροσβεστική Επιθεώρηση το 2010 αναφερόταν ότι στη χώρα μας, με βάση το τότε ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, εάν αποδεικνυόταν ότι κάποιος έκανε χρήση αντιπυρός και σε βάρος του απαγγέλλονταν τελικά κατηγορίες, μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρές ποινικές ευθύνες.
Η νομική κατάσταση, ωστόσο, μεταβλήθηκε ουσιωδώς τα επόμενα χρόνια. Με το άρθρο 39 του Ν. 5281/2026, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 91 του Ν. 4916/2022, προβλέπεται πλέον ρητά η ελεγχόμενη χρήση πυρός για την καταστολή εν εξελίξει υπαίθριας πυρκαγιάς, όταν αυτή αποτελεί αναγκαίο μέσο και δεν υπάρχουν άλλες κατάλληλες μέθοδοι με μικρότερο κίνδυνο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόβλεψη της παρ. 5, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις ελεγχόμενης χρήσης πυρός που εκτελούνται νόμιμα από αρμόδιο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος δεν συνιστούν αξιόποινες πράξεις εμπρησμού ή εμπρησμού σε δάση κατά τα άρθρα 264 και 265 του Ποινικού Κώδικα.
Ένα βασικό λάθος που γινόταν στη χώρα μας ήταν ότι όλες οι περιπτώσεις χρήσης φωτιάς χαρακτηρίζονταν ως αντιπύρ.
Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο βασικές μέθοδοι να χρησιμοποιήσουμε τη φωτιά για την αντιμετώπιση των υπαίθριων, δασικών και αγροτικών, πυρκαγιών, οι οποίες διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους: η κατάκαυση (burnout) και το αντιπύρ (backfire).
Η διάκριση αυτή αποτυπώθηκε επίσημα και στο ελληνικό κανονιστικό πλαίσιο το 2022 με την ΚΥΑ 167/2022 (ΦΕΚ Β΄ 3232/23-6-2022), η οποία όριζε χωριστά το Αντιπύρ (Backfire) και την Κατάκαυση (BurnOut). Η συγκεκριμένη απόφαση αποτέλεσε το αναλυτικό κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής από το Πυροσβεστικό Σώμα έως την κατάργησή της το 2026.
Κατάκαυση (Burnout)
Η πρώτη μέθοδος ονομάζεται κατάκαυση (burnout) και αποτελεί παράλληλη μέθοδο προσβολής μιας πυρκαγιάς. Σε αυτή τα καύσιμα που βρίσκονται ανάμεσα στην κυρίως φωτιά και τις ζώνες και έχουν την πιθανότητα ανάφλεξης και μετάδοσης της πυρκαγιάς καίγονται σταδιακά από τους πυροσβέστες.
Συνήθως οι αντιπυρικές ζώνες δεν έχουν τη δυνατότητα να ανακόπτουν πυρκαγιές που κινούνται γρήγορα, είναι όμως ένα ιδανικό σημείο για να ξεκινήσουμε την κατάκαυση ώστε να αντιμετωπίσουμε τη φωτιά στην ένταση που θέλουμε.
Οφέλη από την εφαρμογή της κατάκαυσης
Τα οφέλη από την εφαρμογή της κατάκαυσης είναι:
α) Μείωση χρόνου αποκάθαρσης.
β) Συγχωνεύονται τα ψευδομέτωπα μέσα στην περίμετρο της πυρκαγιάς.
γ) Μειώνεται η πιθανότητα αναζωπύρωσης και παρουσίας φαινομένου κηλίδωσης.
δ) Ταχύτερη δημιουργία ασφαλούς και αποτελεσματικής καμένης ζώνης.

Κατά την κατάκαυση καίγονται τμηματικά ζώνες μεταξύ των γραμμών ελέγχου (π.χ. αντιπυρικές ζώνες, δρόμοι κ.λπ.) και του μετώπου της πυρκαγιάς (φωτό 1).
Η φωτιά που τίθεται ελέγχεται διαρκώς ώστε να μη δημιουργείται μεγάλη ένταση της πυρκαγιάς κοντά στις γραμμές ελέγχου. Μόλις δημιουργηθεί μια ασφαλής ζώνη με καμένη βλάστηση, μεγαλύτερη περιοχή μπορεί να αναφλεγεί (σχέδιο 1).
Είναι πολύ σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη το ανάγλυφο της περιοχής. Πριν γίνει κατάκαυση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη με κάθε προσοχή οι μετεωρολογικές συνθήκες, το ανάγλυφο της περιοχής, τα καύσιμα υλικά και η προβλεπόμενη συμπεριφορά της πυρκαγιάς.
Οι ζώνες ελέγχου πρέπει να υποστηρίζονται με εγκαταστάσεις νερού σε όλη τη γραμμή που θα αναφλεγεί.
Η φωτιά που τίθεται κατά τη διάρκεια της κατάκαυσης είναι διαρκώς υπό τον έλεγχο των πυροσβεστικών δυνάμεων.

Σχέδιο 1
Αντιπύρ (Backfire)
Η δεύτερη μέθοδος χρήσης φωτιάς είναι το αντιπύρ (backfire), που αποτελεί έμμεση μέθοδο προσβολής. Αυτό εφαρμόζεται σε δασικές πυρκαγιές όταν η συμπεριφορά της πυρκαγιάς είναι τέτοια που δεν ελέγχεται με τα συνήθη μέσα, υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή και την περιουσία και αποτελεί την τελευταία λύση που πρέπει να εφαρμόζεται.
Γενικά μπορούμε να πούμε ότι αντιπύρ εφαρμόζεται μόνο όταν έχουμε τη βεβαιότητα ότι η πυρκαγιά θα ξεπεράσει τη ζώνη άμυνας την οποία έχουμε δημιουργήσει και θα γίνει ανεξέλεγκτη.
Στην περίπτωση που υπάρχουν ζώνες ελέγχου, οι οποίες βρίσκονται σε ικανή απόσταση από την κυρίως φωτιά, τα μεσολαβούντα καύσιμα καίγονται σε μια ζώνη τόσο πλατιά όσο επιτρέπει ο χρόνος μέχρι το αντιπύρ να συναντηθεί με το κυρίως μέτωπο (σχέδιο 2).

Σχέδιο 2
Αν δεν υπάρχουν ζώνες ελέγχου, οι περιστάσεις και το ανάγλυφο δεν είναι ευνοϊκά και η φωτιά κινείται γρήγορα και με μεγάλη ένταση, γίνεται γρήγορη δημιουργία ζώνης και πυροδότηση του αντιπυρός την κατάλληλη στιγμή.
Το ρεύμα αέρα που δημιουργείται προς την πυρκαγιά χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της φωτιάς (σχέδιο 3).

Σχέδιο 3
Στην περίπτωση του αντιπύρ η φωτιά που τίθεται δεν ελέγχεται από τις πυροσβεστικές δυνάμεις με τον ίδιο τρόπο όπως στην κατάκαυση. Η μέθοδος του αντιπύρ μπορεί να εφαρμοστεί ευκολότερα και με μεγαλύτερη ασφάλεια σε περιπτώσεις αγροτικών πυρκαγιών ή πυρκαγιών σε χαμηλή βλάστηση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο κίνδυνος η φωτιά που τίθεται από τους πυροσβέστες να ξεφύγει από τον έλεγχο και να υπερπηδήσει τη ζώνη ελέγχου είναι περιορισμένος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε καθαρά αγροτικές περιοχές, όπως ο κάμπος του Κιλκίς, οι πυροσβεστικοί υπάλληλοι αντιμετώπιζαν παλαιότερα τέτοιες πυρκαγιές κυρίως με «αναπτήρα» και λιγότερο με νερό.
Μέσα και εργαλεία εφαρμογής
Για την εφαρμογή και των δύο μεθόδων απαιτείται η χρήση ειδικών εργαλείων, με καταλληλότερο τον πυρσό (torch) (φωτό 2).
Παγκοσμίως χρησιμοποιούνται διάφορα μέσα, όπως οχήματα με φλογοβόλα, ελικόπτερα με πυρσούς ή εμπρηστικές σφαίρες (φωτό 3) κ.ά.

Φωτό 2

Φωτό 3
Το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για την έναυση της φωτιάς είναι σημαντικό, αφού η καύση πρέπει να είναι συνεχής και πλήρης (φωτό 4).
Όταν εφαρμόζονται οι δύο μέθοδοι δε σβήνουμε τη φωτιά που θέτουμε, παρά μόνο αν υπάρχει περίπτωση να περάσει τη ζώνη ελέγχου.

Φωτό 4
Εκπαίδευση, συντονισμός και ασφάλεια
Το προσωπικό που θα εφαρμόσει τις παραπάνω μεθόδους πρέπει να είναι έμπειρο και εκπαιδευμένο στην εφαρμογή τους.
Στην αρχική μορφή του άρθρου, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, αναφερόταν ότι η απόφαση για τη διενέργεια κατάκαυσης λαμβάνεται από τον Τομεάρχη που είναι υπεύθυνος για την περιοχή, ενώ η απόφαση για αντιπύρ από τον Συντονιστή της πυρκαγιάς.
Το ισχύον ελληνικό θεσμικό πλαίσιο καθορίζει πλέον συγκεκριμένη διαδικασία. Με το άρθρο 39 του Ν. 5281/2026, η έγκριση της ελεγχόμενης χρήσης πυρός παρέχεται αποκλειστικά από τον Επικεφαλής Συμβάντος.
Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση ανατίθενται στον επικεφαλής αξιωματικό των Ε.ΜΟ.Δ.Ε. ή, ελλείψει αυτού, σε άλλο κατάλληλα εκπαιδευμένο αξιωματικό του Πυροσβεστικού Σώματος. Η εκτέλεση επιτρέπεται αποκλειστικά από προσωπικό του Π.Σ. που έχει πιστοποιηθεί στη συγκεκριμένη μέθοδο.
Το προσωπικό πρέπει να ενημερώνεται διεξοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης και να φέρει τον απαιτούμενο προστατευτικό εξοπλισμό.
Κάθε μέλος του προσωπικού πρέπει να γνωρίζει τον ρόλο του στην επιχείρηση αλλά και να γνωρίζει τι κάνουν και οι υπόλοιποι.
Αν η ασφάλεια, σε οποιαδήποτε στιγμή, διακυβεύεται, η επιχείρηση ματαιώνεται.
Στο ισχύον πλαίσιο προβλέπεται επίσης η καταγραφή της επιχείρησης ελεγχόμενης χρήσης πυρός στο επιχειρησιακό ημερολόγιο, μαζί με τα βασικά στοιχεία του Σχεδίου Εκτέλεσης. Η καταγραφή κοινοποιείται στο Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ., στην αρμόδια Δασική Υπηρεσία και στις λοιπές συναρμόδιες αρχές και καταχωρίζεται στην Εθνική Βάση Δεδομένων.
Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, θα λέγαμε ότι η χρήση της φωτιάς για την αντιμετώπιση των υπαίθριων πυρκαγιών είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, εφόσον εφαρμόζεται η σωστή μέθοδος και επικρατούν κατάλληλες συνθήκες.
Στην αρχική δημοσίευση είχα επισημάνει ως βασική ανάγκη την πλήρη «νομική απενοχοποίηση» των στελεχών του Πυροσβεστικού Σώματος που θα εφάρμοζαν τις μεθόδους κατάκαυσης και αντιπυρός, την επίσημη και τυποποιημένη ένταξη των μεθόδων στις επιχειρησιακές διαδικασίες και την αξιοποίηση της γνώσης που είχαν αποκτήσει στελέχη του Π.Σ. από σχετική πρακτική εκπαίδευση στις ΗΠΑ και τον Καναδά.
Η κατάσταση αυτή έχει πλέον μεταβληθεί ουσιωδώς. Το 2022, με την ΚΥΑ 167/2022, οι μέθοδοι Αντιπυρός (Backfire) και Κατάκαυσης (BurnOut) εντάχθηκαν σε συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής. Παράλληλα, το Πυροσβεστικό Σώμα ανέφερε επίσημα ότι το προσωπικό των Ε.ΜΟ.Δ.Ε. μπορεί, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης εκπαίδευσης και των επιχειρησιακών διαδικασιών, να σχεδιάζει και να εκτελεί επιχειρήσεις αντιπυρός ή κατάκαυσης.
Η ΚΥΑ 167/2022 καταργήθηκε με το άρθρο 126 του Ν. 5281/2026. Με το νέο άρθρο 91 του Ν. 4916/2022, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του Ν. 5281/2026, η ελεγχόμενη χρήση πυρός αποτελεί πλέον ρητά αναγνωρισμένη κατασταλτική μέθοδο, υπό συγκεκριμένη επιχειρησιακή αξιολόγηση, έγκριση, σχεδιασμό, εκτέλεση, εκπαίδευση, πιστοποίηση και καταγραφή.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι τα ειδικότερα επιχειρησιακά πρωτόκολλα, οι διαδικασίες εφαρμογής, τα πρότυπα εκπαίδευσης και πιστοποίησης και τα μέτρα ασφάλειας καθορίζονται με πυροσβεστική διάταξη.
Βιβλιογραφία και θεσμικές πηγές
- Εγχειρίδιο Δασικών Πυρκαγιών (Fire Crew Training Standard 2007 BC-Canada).
- EuroFire Standards – EF6 Ignition, http://www.euro-fire.eu/
- «Η καταστολή των δασικών πυρκαγιών», Διον. Βορίσης, έκδοση Α.Π.Σ. 2004.
- «Αντιπύρ: η ευρωπαϊκή πρακτική και τα κενά της ελληνικής νομοθεσίας», Ε. Ράπτη, Πυροσβεστική Επιθεώρηση, τ. 144΄–145΄, 2010–2011.
- Ν. 5281/2026 – άρθρο 39.
- Ν. 5281/2026 – ελεγχόμενη χρήση πυρός.
- ΚΥΑ 167/2022 – ιστορικό κανονιστικό πλαίσιο Αντιπυρός και Κατάκαυσης.
- Πυροσβεστικό Σώμα – εκπαίδευση και επιχειρησιακή εφαρμογή Αντιπυρός και Κατάκαυσης.
Αρχική δημοσίευση: 2014 | Επικαιροποίηση: 25 Αυγούστου 2026
