
Η τεχνική ασφάλεια στην Ελλάδα δεν είναι μια γενική «καλή πρακτική», ούτε μια προσωπική ευαισθησία κάποιων ανθρώπων. Είναι μέρος της ΥΑΕ (Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία) και στηρίζεται θεσμικά στον ρόλο του Τεχνικού Ασφάλειας και, όπου απαιτείται, του Ιατρού Εργασίας. Το βασικό πλαίσιο βρίσκεται πλέον στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου, π.δ. 62/2025, όπως τροποποιήθηκε μεταξύ άλλων με τον ν. 5239/2025. Κι όμως, στην πράξη συχνά αντιμετωπίζεται σαν κάτι δευτερεύον. Σαν φάκελος, σαν τυπικότητα, σαν παρουσία «για να είμαστε καλυμμένοι».
Σε πολλούς χώρους δουλειάς η ασφάλεια παραμένει «ελαφριά» μέχρι να υπάρξει ατύχημα ή έλεγχος. Και αυτή η «ελαφρότητα» δεν είναι πάντα κακή πρόθεση. Είναι το κενό ανάμεσα στο τι πρέπει να συμβαίνει και στο τι τελικά γίνεται στην καθημερινότητα, κάτω από πίεση χρόνου, κόστους και συνήθειας.
Με τον ν. 5239/2025 οι υποδείξεις του Τεχνικού Ασφάλειας προβλέπεται πλέον να παρέχονται γραπτώς και να καταχωρούνται στο ειδικό βιβλίο. Ο νόμος προβλέπει ηλεκτρονική τήρησή του στο ΟΠΣ-ΣΕΠΕ, όμως η Επιθεώρηση Εργασίας διευκρινίζει ότι, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση που θα καθορίσει την ηλεκτρονική διαδικασία, η υφιστάμενη διαδικασία τήρησης και θεώρησης παραμένει σε ισχύ.
Μια ακόμη αλλαγή του ν. 5239/2025 αφορά τις μικρότερες επιχειρήσεις. Για επιχειρήσεις των κατηγοριών Β΄ και Γ΄, η δυνατότητα να αναλάβει ο ίδιος ο εργοδότης καθήκοντα Τεχνικού Ασφάλειας περιορίζεται πλέον, κατά περίπτωση, σε επιχειρήσεις έως και 20 εργαζομένων, με τις προϋποθέσεις προσόντων ή επιμόρφωσης του άρθρου 502 του π.δ. 62/2025. Η δυνατότητα δεν είναι αυτόματη ούτε εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατηγορίες επικινδυνότητας.
Τι είναι η τεχνική ασφάλεια στην πράξη
Ο Τεχνικός Ασφάλειας υπάρχει για να δουλεύει προληπτικά. Να βλέπει τους κινδύνους πριν γίνουν ζημιά, να επιθεωρεί, να συμβουλεύει, να προτείνει μέτρα και διαδικασίες, να ελέγχει την εφαρμογή τους και να κάνει την πρόληψη λειτουργία, όχι ευχή. Ο ρόλος του είναι συμβουλευτικός και εποπτικός, όχι υποκατάστατο της διοίκησης.
Ειδικά στη βιομηχανία, η δουλειά του συνήθως περιλαμβάνει επιθεωρήσεις χώρων και κρίσιμων εργασιών, καταγραφή κινδύνων με συγκεκριμένες προτάσεις μέτρων, έλεγχο εφαρμογής (όχι μόνο να γραφτεί, αλλά να γίνει στο πεδίο), συμβολή στην εκπαίδευση και στις οδηγίες ασφαλούς εργασίας, συμμετοχή στη διερεύνηση συμβάντων και των πολύτιμων «παραλίγο ατυχημάτων» (near misses), που αποτελούν ουσιαστική πηγή πρόληψης, καθώς και εποπτικό ρόλο στις ασκήσεις πυρασφάλειας και συναγερμού.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Τεχνικός Ασφάλειας προτείνει, τεκμηριώνει και πιέζει για την πρόληψη, αλλά δεν αντικαθιστά την ευθύνη της διοίκησης. Αν οι προτάσεις του δεν περνούν στην πράξη, ο ρόλος του αδειάζει.
Ο Ιατρός Εργασίας είναι υποχρεωτικός, κατά κανόνα, σε επιχειρήσεις με 50 και άνω εργαζομένους. Η υποχρέωση ανεξαρτήτως αριθμού εργαζομένων, όπου προβλέπεται, δεν προκύπτει από έναν γενικό κανόνα αλλά από ειδικές διατάξεις ανά παράγοντα και δραστηριότητα. Ενδεικτικά, ειδικές απαιτήσεις για υπηρεσίες Ιατρού Εργασίας και επίβλεψη της υγείας προβλέπονται στο π.δ. 94/1987 για τον μόλυβδο, στο π.δ. 212/2006 για τον αμίαντο, στο π.δ. 102/2020 για βιολογικούς παράγοντες, στο π.δ. 338/2001 για χημικούς παράγοντες και στο π.δ. 48/2024 για καρκινογόνους, μεταλλαξιογόνους παράγοντες και τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες. Άρα δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο τον αριθμό του προσωπικού· χρειάζεται έλεγχος και της ειδικής νομοθεσίας που αντιστοιχεί στον πραγματικό κίνδυνο.
Γιατί η ασφάλεια γίνεται «ελαφριά»
Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που το σύστημα συχνά έχει κενά, παρά τις καλές προθέσεις.
Ένα βασικό πρόβλημα είναι η κουλτούρα συμμόρφωσης αντί κουλτούρας πρόληψης. Πολλές επιχειρήσεις κυνηγούν το «να είμαστε εντάξει στα χαρτιά», ενώ η ασφάλεια κρίνεται στο πεδίο και όχι στο ντοσιέ.
Από τον Ιούνιο του 2026 αυτό έχει και πιο καθαρό θεσμικό αποτύπωμα. Η Υ.Α. 384695/2026 καθορίζει το Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης της Επιθεώρησης Εργασίας. Όταν μια παράβαση υψηλής ή πολύ υψηλής σοβαρότητας δημιουργεί άμεσο κίνδυνο σοβαρού ή θανατηφόρου ατυχήματος, προβλέπεται κατά προτεραιότητα η λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων, ακόμη και προσωρινή διακοπή λειτουργίας εξοπλισμού, τμήματος ή δραστηριότητας. Με απλά λόγια, ο έλεγχος δεν τελειώνει στο αν υπάρχει φάκελος.
Ο ρόλος μπορεί επίσης να γίνει τυπικός. Αν ο Τεχνικός Ασφάλειας είναι απλώς μια παρουσία που περνά, υπογράφει και φεύγει, χωρίς οι παρατηρήσεις του να μπαίνουν σε πρόγραμμα συντήρησης και προϋπολογισμό, τότε η ασφάλεια καταλήγει τελετουργία.
Η πίεση χρόνου και κόστους κάνει τα πράγματα χειρότερα. «Να βγει η δουλειά» σημαίνει συντομεύσεις, παρακάμψεις σε διαδικασίες και ΜΑΠ που «θα τα βρούμε». Το «μετά» σπάνια έρχεται.
Υπάρχει και η κανονικοποίηση του ρίσκου. Η φράση «έτσι το κάνουμε χρόνια» είναι από τις πιο ύπουλες. Η επανάληψη μιας επικίνδυνης πράξης χωρίς ατύχημα δίνει μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας, μέχρι τη στιγμή που η τύχη θα σταματήσει.
Υπάρχει και το κλίμα μέσα στον χώρο. Ο Τεχνικός Ασφάλειας συχνά αντιμετωπίζεται σαν μπελάς.
Σαν ο άνθρωπος που βάζει κανόνες και χαλάει το πρόγραμμα. Έτσι κάθε επίσκεψη γίνεται άμυνα. Κρύβονται τα προβλήματα, υποβαθμίζονται οι παρατηρήσεις και οι διορθώσεις μετακινούνται πιο πίσω.
Όρια γνώσης και ανάγκη για ειδικούς
Κανείς δεν μπορεί να τα ξέρει όλα. Ο Τεχνικός Ασφάλειας μπορεί να οργανώσει την πρόληψη, να προτείνει διαδικασίες, να ελέγξει την εφαρμογή και να σηκώσει μεγάλο μέρος της λειτουργικής πλευράς της ΥΑΕ. Η ίδια η νομοθεσία συνδέει την άσκηση καθηκόντων Τεχνικού Ασφάλειας με συγκεκριμένα προσόντα και κατάλληλες ειδικότητες ανά δραστηριότητα της επιχείρησης.
Όμως όταν μπαίνουμε σε «βαθιά νερά» και πεδία που απαιτούν μετρήσεις, υπολογισμούς, εξειδικευμένη τεκμηρίωση ή πιστοποιήσεις, τότε χρειάζεται και εξειδικευμένος σύμβουλος ή αρμόδιος τεχνικός.
Παραδείγματα είναι το ATEX, η εξειδικευμένη υγιεινή της εργασίας, τα σύνθετα ηλεκτρολογικά, καθώς και τα βαριά ανυψωτικά ή ο εξοπλισμός υπό πίεση. Η σωστή οργάνωση δεν είναι να τα κάνει όλα ένας άνθρωπος. Είναι να ξέρει πότε πρέπει να μπει ειδική τεχνογνωσία.
Διαχείριση εργολάβων, εκεί που κρίνεται η εφαρμογή της ΥΑΕ
Στη βαριά βιομηχανία και τα διυλιστήρια, η κατάσταση περιπλέκεται με τους εξωτερικούς συνεργάτες. Εκεί το ρίσκο ανεβαίνει όχι επειδή δεν υπάρχουν κανόνες, αλλά επειδή συχνά δεν τηρούνται.
Εδώ υπάρχει και σαφής θεσμική υποχρέωση συντονισμού. Όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο τόπο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν να συνεργάζονται, να αλληλοενημερώνονται και να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων. Σύμφωνα με το άρθρο 533 παρ. 9 του π.δ. 62/2025, την ευθύνη συντονισμού αναλαμβάνει ο εργοδότης που έχει υπό τον έλεγχό του τον τόπο όπου εκτελούνται οι εργασίες, εκτός αν ισχύει ειδικότερη ευνοϊκότερη ρύθμιση. Η ανάθεση μιας εργασίας σε εργολάβο, επομένως, δεν καταργεί την υποχρέωση συντονισμού στον κοινό χώρο εργασίας.
Στις εργασίες σε ύψος βλέπεις σκαλωσιές χωρίς πιστοποίηση και ζώνες ασφαλείας που μένουν στο έδαφος.
Η δικαιολογία «για μια ώρα δουλειά είναι μόνο» παραμένει μόνιμη απειλή.
Στην προστασία αναπνοής εμφανίζεται χρήση ακατάλληλων μέσων σε χώρους με χημικούς παράγοντες.
Στους περιορισμένους χώρους, όπως δεξαμενές και φρεάτια, η είσοδος χωρίς έλεγχο ατμόσφαιρας και κατάλληλο εξοπλισμό είναι από τα πιο επικίνδυνα σενάρια που συναντάμε.
Στις θερμές εργασίες σε περιβάλλον ATEX τα πράγματα είναι ακόμη πιο σκληρά.
Μια σπίθα από ηλεκτροκόλληση σε ζώνη εκρήξιμης ατμόσφαιρας μπορεί να αποβεί μοιραία. Το π.δ. 42/2003 απαιτεί εκτίμηση του κινδύνου έκρηξης, κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα και Έγγραφο Προστασίας από Εκρήξεις. Όπου το έγγραφο αυτό το απαιτεί, οι επικίνδυνες εργασίες και όσες μπορούν να αλληλεπιδράσουν με άλλες εργασίες πρέπει να εκτελούνται με γραπτές οδηγίες και σύστημα αδειών εργασίας.
Η Άδεια Εργασίας (Permit to Work) δεν είναι άλλο ένα χαρτί. Είναι μηχανισμός ελέγχου για το αν έγιναν οι απαιτούμενες μετρήσεις, αν έγινε απομόνωση, αν υπάρχει επιτήρηση και αν οι συνθήκες είναι πραγματικά ελεγχόμενες πριν από την πρώτη σπίθα.

Ο ψυχικός φόρτος του Τεχνικού Ασφάλειας
Υπάρχει και κάτι που δεν γράφεται σε καμία διαδικασία.
Είναι ο ψυχικός φόρτος του ανθρώπου που σηκώνει την πρόληψη. Ο Τεχνικός Ασφάλειας βρίσκεται συχνά στη μέση. Από τη μία πλευρά έχει την υποχρέωση να επισημαίνει κινδύνους, να ζητά μέτρα και να επιμένει στην εφαρμογή. Από την άλλη πλευρά έρχεται αντιμέτωπος με παραγωγική πίεση, χρονικά περιθώρια, περικοπές και τη γνωστή φράση «δεν γίνεται τώρα».
Στην πράξη, το βάρος δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι και κοινωνικό. Καλείται να πει «όχι» όταν όλοι γύρω του λένε «πάμε να τελειώνουμε». Καλείται να επιμείνει σε άδειες εργασίας, απομονώσεις, μετρήσεις, ΜΑΠ και εκπαίδευση, ενώ το περιβάλλον συχνά τον αντιμετωπίζει σαν εμπόδιο που χαλάει τον ρυθμό. Σε αρκετές περιπτώσεις ο Τεχνικός Ασφάλειας γίνεται ο εύκολος στόχος για γκρίνια και ειρωνεία, ειδικά όταν οι παρατηρήσεις του αγγίζουν εργολάβους, καθυστερήσεις ή κόστος.
Το πιο αποθαρρυντικό σημείο είναι όταν οι προτάσεις καταγράφονται, αλλά δεν προχωρούν. Όταν το ίδιο θέμα επανέρχεται ξανά και ξανά, όταν οι διορθώσεις μεταφέρονται διαρκώς προς τα πίσω, όταν η απάντηση είναι πάντα «θα το δούμε», τότε ο επαγγελματίας μπαίνει σε μια κατάσταση ματαίωσης. Δεν σταματά να νοιάζεται. Απλώς αρχίζει να μειώνει την ένταση με την οποία ανεβάζει θέματα, γιατί νιώθει ότι μιλάει σε τοίχο και πληρώνει το κόστος μόνος του.
Εκεί γεννιέται το πιο επικίνδυνο πράγμα, η σιωπή. Όχι η σιωπή από αδιαφορία, αλλά η σιωπή από εξάντληση.
Η πρόληψη χρειάζεται στήριξη και λογοδοσία
Και όταν σταματά να αναδεικνύεται ένα πρόβλημα, αυτό δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει. Περιμένει την κακή μέρα, τον λάθος συνδυασμό συνθηκών, τον νέο εργαζόμενο, τον εργολάβο που βιάζεται, τη νύχτα που όλα θα γίνουν «γρήγορα».
Αν μια επιχείρηση θέλει πραγματικά πρόληψη, οφείλει να προστατεύει και τον ίδιο τον ρόλο. Να υπάρχει στήριξη από τη διοίκηση, να κλείνουν οι ενέργειες με υπεύθυνο και προθεσμία, να μην επιτρέπεται υπονομευτικό κλίμα και να μην μετατρέπεται ο Τεχνικός Ασφάλειας σε αποδιοπομπαίο τράγο. Γιατί όταν καεί το κίνητρο του ανθρώπου που κρατά την πρόληψη ζωντανή, η ΥΑΕ μένει με χαρτιά, αλλά χωρίς φωνή.
Τελικά, η ελαφρότητα της τεχνικής ασφάλειας δεν είναι μόνο τεχνικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα κουλτούρας, προτεραιοτήτων και λογοδοσίας. Και όσο η ασφάλεια αντιμετωπίζεται σαν εμπόδιο, ο Τεχνικός Ασφάλειας θα μοιάζει ενοχλητικός.
Μόλις όμως αντιμετωπιστεί ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ο τρόπος να γυρίζουν όλοι σπίτι ακέραιοι και η επιχείρηση να μη διαλύεται από ένα συμβάν, τότε η ασφάλεια παύει να είναι «ελαφριά» και γίνεται αυτονόητη.
Κλείνω με τη φράση, η ΥΑΕ δεν είναι φάκελος. Είναι εφαρμογή στο πεδίο, κάθε μέρα. Ό,τι καταγράφεται πρέπει να κλείνει με υπεύθυνο, προθεσμία και επιβεβαίωση ότι έγινε. Αν αυτό δεν συμβαίνει, η ασφάλεια μένει ελαφριά και το ρίσκο απλώς περιμένει.
Τελευταία τεχνική αναθεώρηση: Αύγουστος 2026.
Βασικές πηγές επικαιροποίησης
- Επιθεώρηση Εργασίας, Τεχνικός Ασφάλειας και Αρμοδιότητες – Καθήκοντα Τεχνικού Ασφάλειας.
- Π.Δ. 62/2025, Κώδικας Εργατικού Δικαίου, ιδίως άρθρα 62, 498, 500–505, 510 και 533–535.
- Ν. 5239/2025, ιδίως άρθρα 29–32 και 37–39, με τις τροποποιήσεις του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
- Επιθεώρηση Εργασίας, Γραπτή Εκτίμηση Επαγγελματικού Κινδύνου.
- Επιθεώρηση Εργασίας, Απασχόληση Ιατρού Εργασίας.
- Ειδικότερες διατάξεις για παράγοντες και επίβλεψη υγείας: π.δ. 94/1987 (μόλυβδος), π.δ. 212/2006 (αμίαντος), π.δ. 102/2020 (βιολογικοί παράγοντες), π.δ. 338/2001 (χημικοί παράγοντες) και π.δ. 48/2024 (καρκινογόνοι, μεταλλαξιογόνοι και τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες).
- Π.Δ. 42/2003, ελάχιστες απαιτήσεις προστασίας από εκρηκτικές ατμόσφαιρες, ιδίως άρθρα 3–8 και Παράρτημα ΙΙ.
- Υ.Α. 95/2026, πολιτική πρόληψης και αντιμετώπισης βίας και παρενόχλησης στην εργασία, σε εφαρμογή του άρθρου 62 του π.δ. 62/2025.
- Υ.Α. 384695/2026, Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης της Επιθεώρησης Εργασίας στο πεδίο της Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία.
